Πέμπτη 26 Μαΐου 2022


 Η τελευταία Τετάρτη του Μαΐου θεσπίστηκε από τη Διεθνή Ομοσπονδία Multiple Sclerosis International Federation (MSIF) ως Παγκόσμια Ημέρα για την Σκλήρυνση Κατά Πλάκας και εορτάζεται με συντονισμένες εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο από το 2009.

Φέτος θα εορταστεί στις 30 Μαΐου και το σύνθημα της είναι "Η ζωή μου με την Σκλήρυνση Κατά Πλάκας ". Το κοινοποιεί η διεθνής ομοσπονδία MSIF για την Παγκόσμια ημέρα 2012 με το μήνυμα : «Η διάγνωση της ΣΚΠ δεν σημαίνει το "τέλος" για όλα τα όνειρα της ζωής ».

Στόχος της παγκόσμιας ημέρας είναι η ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού και της Πολιτείας, η επίτευξη μεγαλύτερης κατανόησης μέσω της σωστής ενημέρωσης για αυτήν τη χρόνια πάθηση, καθώς και τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πασχόντων αλλά και των οικογενειών τους.

Υπολογίζεται ότι πάνω από 2.000.000 άνθρωποι σε όλο τον κόσμο πάσχουν από ΣΚΠ, εκ των οποίων περίπου 10.000 βρίσκονται στην Ελλάδα.

Τι είναι η Σκλήρυνση Κατά Πλάκας

Η Σκλήρυνση Κατά Πλάκας δεν είναι μεταδοτική ασθένεια, δεν είναι κληρονομική πάθηση, δεν είναι ψυχική διαταραχή, δεν είναι θανατηφόρος.

Η σκλήρυνση κατά πλάκας είναι αυτοάνοση νευροεκφυλιστική νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος. Η αιτιολογία της δεν είναι γνωστή και όπως σε όλες τις αυτοάνοσες παθήσεις, ο οργανισμός επιτίθεται στον εαυτό του, αναγνωρίζοντας τα φυσιολογικά κύτταρα ως «εισβολείς».

Πιο συγκεκριμένα στη ΣΚΠ το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στη μυελίνη του κεντρικού νευρικού συστήματος, δηλαδή τη στοιβάδα, που περιβάλλει και προστατεύει τις νευρικές ίνες, που ευθύνονται για τη μετάδοση σημάτων σε άλλα μέρη του οργανισμού. Όταν η μυελίνη φθαρεί ή καταστραφεί τα νευρικά ερεθίσματα επιβραδύνονται ή δεν μεταδίδονται καθόλου.

Η καταστροφή της μυελίνης μπορεί να προσβάλει τόσο τα κινητικά όσο και τα αισθητικά νεύρα του κεντρικού νευρικού συστήματος και έτσι μπορεί να επιδράσει στην κίνηση, στην αφή ή στις άλλες αισθήσεις. Μερικά συμπτώματα είναι εμφανή, άλλα όμως, όπως η κούραση, η εναλλαγή διάθεσης, η απώλεια πρόσφατης μνήμης και η δυσκολία συγκέντρωσης, είναι συνήθως συμπτώματα ακαθόριστα ή «κρυφά» που είναι δύσκολο να περιγραφούν.

Η ΣΚΠ επηρεάζει λοιπόν τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό, και είναι αγνώστου αιτιολογίας πολυπαραγοντική αυτοάνοση νόσος, την οποία συναντούν όχι μόνο οι νευρολόγοι, αλλά και πολλοί οφθαλμίατροι, παθολόγοι, γενικοί ιατροί, ορθοπεδικοί, καθώς και γιατροί άλλων ειδικοτήτων κατά την πρώτη της εκδήλωση. Εμφανίζεται σε ηλικίες κυρίως ανάμεσα στα 20 και τα 40 (ενδεχομένως όμως και σε μικρότερες η μεγαλύτερες ηλικίες), ενώ η μέση ηλικία έναρξης είναι τα 30 και προσβάλλει περισσότερο τις γυναίκες από τους άνδρες σε ποσοστό 2:1.

Η πάθηση μπορεί να προκαλέσει ποικιλία συμπτωμάτων, όπως διαταραχή όρασης (θάμβος όρασης, διπλωπία), κινητικές διαταραχές (αδυναμία στο ένα ή περισσότερα άκρα), διαταραχή ισορροπίας, έντονους ιλίγγους, διαταραχή αισθητικότητας (υπαισθησία, άλγη, δυσαισθησία στα άκρα ή τον κορμό), διαταραχή από την ούρηση (επίμονη επιτακτική ούρηση). Σε εμφάνιση αυτών των φαινομένων θα ήταν καλό κάποιος να επισκεφτεί νευρολόγο για να γίνει εκτίμηση της όλης κλινικής εικόνας και ο απαραίτητος παρακλινικός έλεγχος.

Η διάγνωση της νόσου δεν είναι απλή. Είναι απαραίτητο να προηγηθεί ένας σημαντικός αριθμός εργαστηριακών εξετάσεων, καθώς πολλές παθήσεις μοιάζουν με τη ΣΚΠ, και για το λόγο αυτό πρέπει να ελεγχθούν και να αποκλειστούν. Η τελική διάγνωση της νόσου τίθεται βάσει συγκεκριμένων επιστημονικών κριτηρίων που έχουν θεσπιστεί, στα οποία εμπεριέχονται αφ’ ενός τα χαρακτηριστικά της κλινικής εικόνας, αφ’ ετέρου η μαγνητική τομογραφία (ΜRI) εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού, ο λεπτομερής έλεγχος του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και τα προκλητά δυναμικά.

Η ΣΚΠ είναι χρόνια νόσος και αγνώστου αιτιολογίας. Εκδηλώνεται με διαφορετικές μορφές (υποτροπιάζουσα, δευτερογενής προϊούσα, πρωτογενής προϊούσα). Η θεραπευτική αντιμετώπισή της ακόμη δεν είναι ριζική. Σε περίπτωση υποτροπών χορηγούνται κορτικοειδή. Ως θεραπευτική παρέμβαση, με σκοπό τον περιορισμό των υποτροπών, χορηγούνται συστηματικά ανοσοτροπο-ποιητικά ή ανοσοκασταλτικά σκευάσματα που εξατομικεύονται ανάλογα με τη βαρύτητα και τη ταχύτητα εξέλιξης της νόσου. Τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν σε ένταση, από πολύ ελαφρά έως και πολύ βαριά, ενώ μπορεί να ανακουφιστούν ή να εξαλειφθούν είτε με τη βοήθεια συμπληρωματικών ανακουφιστικών φαρμάκων είτε άλλων θεραπευτικών μεθόδων, όπως η φυσική αποκατάσταση.